Ο Σεπτέμβριος ή Σεπτέμβρης είναι ο ένατος μήνας του έτους, η αρχή του εκκλησιαστικού έτους και ο πρώτος μήνας του φθινοπώρου. Είναι επίσης και ο μήνας της επιστροφής των μαθητών στα σχολεία για τη νέα σχολική χρονιά. Έχει 30 ημέρες.

Το όνομά του έχει λατινική προέλευση. Προέρχεται από το λατινικό September και αυτό από το septem, που σημαίνει ‘επτά’. Ο Σεπτέμβριος ήταν ο έβδομος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου, το οποίο ξεκινούσε από τον Μάρτιο. Αργότερα, με την προσθήκη του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου, ο Σεπτέμβριος μετακινήθηκε στην ένατη θέση, χωρίς όμως να αλλάξει η ονομασία του.

Τον Σεπτέμβριο στη Ρώμη τελούνταν μεγάλες γιορτές, όπως τα Καπιτώλια και τα Ρωμαία ή Ρωμαϊκοί Αγώνες (Ludi Romani) προς τιμήν του Δία (κάτι σαν Ολυμπιακοί Αγώνες των Ρωμαίων). Την 1η Σεπτεμβρίου προσδιοριζόταν ο ετήσιος φόρος που έπρεπε να καταβάλουν οι Ρωμαίοι πολίτες, που στο Βυζάντιο γιορταζόταν ως Πρωτοχρονιά και συνέπιπτε με το νέο εκκλησιαστικό έτος (Αρχή της Ινδικτιώνος).

Το σύστημα μέτρησης με Ινδικτιώνες καθιερώθηκε από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο, από την 1η Σεπτεμβρίου του 312 μ.Χ. Η Ίνδικτος ή Ινδικτιών (Ινδικτιώνος, -α/ες) είναι χρονολογικό σύστημα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία και βασίζεται σε χρονολογικούς κύκλους 15 ετών από τη γέννηση του Χριστού. Είναι δηλαδή η Ίνδικτος μια δεκαπενταετής εκκλησιαστική περίοδος. Η λέξη παράγεται από τη λατινική λέξη indictio που σημαίνει επαγγελία, κήρυξη αλλά και έκτακτη φορολογική εισφορά (οι αρχιερείς και λοιποί ιερωμένοι καθόριζαν τις εισφορές ανά 15ετία).

Σύμφωνα με την βυζαντινή παράδοση και αντίληψη πιστεύεται ότι ο Σεπτέμβριος φέρνει τη νέα χρονιά, σε αρκετές δε περιοχές είχαν επικρατήσει πολλά έθιμα και προλήψεις από τη βυζαντινή εποχή. Έτσι γιόρταζαν την Αρχιχρονιά ή Καλοχρονιά, έσπαζαν ρόδια για να διώξουν το κακό, στόλιζαν τις πόρτες των σπιτιών με λουλούδια κ.λπ. Κατά τη λαϊκή αντίληψη την πρώτη του μήνα (Πρωτοσετεμπρίαν την έλεγαν στην Πάτμο) ο Χάρος αποφασίζει ποιους θα πάρει μαζί του κατά τη χρονιά που θα ακολουθήσει και τους γράφει στα κατάστιχα του νέου χρόνου. Γι’ αυτό οι απλοϊκοί άνθρωποι ονομάζουν τον Σεπτέμβριο Χρονογράφο και κάνουν ξόρκια.

Ο Σεπτέμβριος (έχει παραλλαχθεί και σε Στέμπρη και Θεσέβρη) ονομάζεται από το λαό μας Σποριάς και Σπορ(ι)άρης, γιατί στα ορεινά κυρίως μέρη αρχίζει η σπορά των χειμωνιάτικων δημητριακών καρπών, Σταυρός ή Σταυρίτης ή Σταυριώτης ή Σταυριάτης ή μήνας του Σταυρού, γιατί στις 14 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή του Τιμίου Σταυρού, Αϊ-Νικήτας από τη γιορτή του ομώνυμου Αγίου στις 15 του μήνα, Ορτυκολόγος, λόγω του περάσματος των ορτυκιών που αποδημούν νότια, Χινόπωρος, επειδή θεωρείται ο πρώτος μήνας του φθινοπώρου και Τρυγητής, Τρυγομηνάς ή Πετμεζάς γιατί τον μήνα αυτό τρυγούν τα αμπέλια.

Σε άλλες περιπτώσεις ο Σεπτέμβριος γίνεται “νονός” εορτών, π.χ. το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου) παίρνει το όνομα “Σετεβριανή (Παναγιά)”

Υπάρχουν, βεβαίως, πάρα πολλά τραγούδια, διηγήματα, μυθιστορήματα και ταινίες που έχουν ως θέμα τους τον Σεπτέμβρη.

Τον Σεπτέμβριο έχουμε τη φθινοπωρινή ισημερία (ίση διάρκεια ημέρας και νύχτας). Φέτος θα είναι στις 22 του μηνός, στις 22:21΄.

Παροιμίες:

Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο.

Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύρι σύρε.

Σεπτέμβρης πρώτα κρύα, τρέχει, ανοίγει τα σχολεία.

Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.

Τον Τρυγητή τ’ αμπελουργού, πάνε χαλάλι οι κόποι.

Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά κακά μας φέρνουν.

Σεπτέμβρη σέμπρη γύρευε και σύνεργα διανόμα.

Τον Σετέμπρη θέσε νά ’βρεις.

Του Σετεμπριού και του Μαρτιού ίσα ’ν’ τα μερονύχτια.

Αύγουστος φέρνει την αυγή κι ο Τρυγητής τη μέρα.

Βοηθάει ο Αϊ-Γιάννης και ο Σταυρός, γιομίζει το αμπάρι κι ο ληνός.

Θέρος, τρύγος, πόλεμος.

Του Σταυρού αρμένιζε και του Σταυρού δένε.

Του Σταυρού κοίτα και τ’ Αϊ-Γιωργιού ξεκίνα.

Του Σταυρού σταύρωνε και δένε.

Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.

Στο αρχαίο Αττικό ημερολόγιο ο Σεπτέμβριος αντιστοιχούσε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Μεταγειτνιώνα και στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Βοηδρομιώνα.

Δεσπόζουσα γιορτή στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην Ελευσίνα ήταν τα Ελευσίνια, με τα περιώνυμα Μυστήρια (Ελευσίνια Μυστήρια). Άλλες γιορτές: Αδώνια, Μεταγείτνια, Ηράκλεια του Κυνοσάργους, Γενέσια, Αρτέμιδος Αγροτέρας, Βοηδρόμια.

Βοη-δρομέω σημαίνει τρέχω προς τη βοή, τρέχω προς αυτόν που ζητάει βοήθεια. Κάποιος φωνάζει δυνατά (βοάει ή γοάει) και εγώ τρέχω, δρομέω ως βοηθός.

Βοηδρόμια ήταν γιορτή των αρχαίων Αθηναίων προς τιμήν του συμμάχου στον πόλεμο Βοηδρόμιου ή Βοηδρόμου ή Βοηθόου Απόλλωνα. Ετελείτο στις 6 ή 7 του Βοηδρομιώνος. Ο Πλούταρχος συνάπτει την ίδρυση της γιορτής αυτής με τον αγώνα του Θησέα κατά των Αμαζόνων, ενώ ο Φιλόχορος και ο Παυσανίας με τη βοήθεια που έδωσαν ο Ίων ή ο Ξούθος στους Αθηναίους που εμάχοντο κατά των Ελευσινίων. Και οι Αθηναίοι εις ανάμνησιν ονόμασαν τον 3ο μήνα τους Βοη-δρομιώνα.

Μια πιο παλιά ανάμνηση και από τα Βοηδρόμια ήταν η κηδεία του Λειδινού (Διονύσου), ενός ντυμένου ανδρείκελου, ενός δηλαδή ομοιώματος ανθρώπου, σε φυσικό μέγεθος με υπερμεγέθη φαλλό και όρχεις, που γινόταν στην Αίγινα (αρχ. ανδρείκελον, ουδ. του αρχ. επιθ. ανδρείκελος ‘ανθρωπόμορφος’ <ανήρ, ανδρός + είκελος ‘όμοιος’· ομόρριζα: εικ-όνα, εικ-άζω, επι-εικ-ής).

Οι Αιγινίτισσες κάθε χρόνο την ημέρα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) έφτιαχναν με πανιά και άχυρα τον Λειδινό, αυτό το πνεύμα της βλάστησης, τον θεό της υγρής φύσης, που κάθε Σεπτέμβρη μαραίνεται και τον θρηνούν και τον θάβουν και κάθε άνοιξη ανασταίνεται μαζί με όλη τη φύση: «Φεύγεις, πάεις, Λειδινέ μου,/ τσ’ εμάς αφήνεις κρύους,/ πεινασμένους, διψασμένους/ τσ’ όχι λίγο μαραμένους/ Λειδινέ μου, Λειδινέ μου!/ Πάλι θα ‘ρθης Λειδινέ μου,/ με του Μάρτη τις δροσιές,/ με τ’ Απρίλη τα λουλούδια/ τσαι του Μάη τις δουλειές/ Λειδινέ μου, Λειδινέ μου/Ήρθ’ η ώρα να μας φύγης,/πάαινε εις το καλό,/τσαι με το καλό να έρθης/τσ’ όλους να μας βρης γερούς.».

Η κηδεία του Λειδινού από τις Αιγινίτισσες, ως κατάλοιπο της ειδωλολατρίας, προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, την αντίδραση της Εκκλησίας. Έκτοτε η φύση μαραίνεται και ανασταίνεται… χωρίς να προηγηθεί η κηδεία του Λειδινού.

Ο Λειδινός παράγεται (γράφει ο Νίκος Βαρδιάμπασης στο βιβλίο του «ιστορία μιας λέξης», τόμος Γ’) από τη ρίζα *Ιβ-, όπως και το είβω ή λείβω (στάζω, υγραίνω), ο λίβας, η Λιβύη, το λιβάδι, η λίμνη, ο λιμήν, ο λειμών κ.ά.

Καλό αποκαλόκαιρο!

Καλό φθινόπωρο!

Από COSMIC EDU

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *